Το κόστος της αλλαγής
Υπάρχουν στιγμές στη ζωή που ξαφνικά κάτι γίνεται πολύ εμφανές. Μια σχέση μας εξαντλεί, η δουλειά έχει καταλάβει σχεδόν όλο τον ψυχικό μας χώρο, νιώθουμε υπερβολικά εξαρτημένοι από έναν άνθρωπο ή βλέπουμε ότι επαναλαμβάνουμε ένα μοτίβο που μας πληγώνει. Εκείνη τη στιγμή μπορεί να σκεφτούμε: «Κάτι πρέπει να αλλάξει».
Λίγες ημέρες αργότερα, όμως, η ένταση έχει πέσει. Η καθημερινότητα επιστρέφει στους γνώριμους ρυθμούς της και μαζί της έρχονται άλλες σκέψεις: «Ίσως υπερέβαλα», «δεν είναι και τόσο άσχημα», «όλοι έχουν προβλήματα», «αφού τα καταφέρνω, γιατί να αναστατώσω τη ζωή μου;».
Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας. Η επιθυμία για αλλαγή σπάνια είναι απόλυτη. Συχνά μέσα μας συνυπάρχουν δύο αληθινές ανάγκες: ένα κομμάτι μας θέλει να αλλάξει επειδή υποφέρει, ενώ ένα άλλο θέλει να διατηρήσει όσα γνωρίζει επειδή φοβάται τι θα συμβεί αν αυτά μετακινηθούν.
Γιατί το γνώριμο είναι τόσο ισχυρό;
Συνήθως φανταζόμαστε την αλλαγή σαν μια απλή μετάβαση από κάτι κακό σε κάτι καλύτερο. Όμως κάθε ουσιαστική αλλαγή έχει κόστος. Μπορεί να χρειαστεί να αναλάβουμε περισσότερη ευθύνη, να απογοητεύσουμε κάποιον, να αντέξουμε μια σύγκρουση, να εκτεθούμε, να ρισκάρουμε να μας απορρίψουν ή να εγκαταλείψουμε έναν ρόλο στον οποίο έχουμε μάθει να υπάρχουμε.
Γι’ αυτό ο άνθρωπος δεν επιλέγει πάντοτε αυτό που θεωρητικά θα ήταν καλύτερο για εκείνον. Πολύ συχνά επιλέγει αυτό που είναι περισσότερο προβλέψιμο.
Το γνώριμο δεν είναι απαραίτητα καλό. Είναι όμως γνώριμο.
Ακόμη και μέσα σε μια δύσκολη κατάσταση, έχουμε αναπτύξει τρόπους να την αντέχουμε. Ξέρουμε τι να περιμένουμε, πώς να προφυλαχθούμε και ποια πλευρά του εαυτού μας χρειάζεται να εμφανίσουμε και ποια να κρύψουμε. Η αλλαγή μάς στερεί προσωρινά αυτή τη βεβαιότητα. Ένας γνωστός πόνος μπορεί έτσι να μοιάζει ασφαλέστερος από μια άγνωστη δυνατότητα.
Όταν ολόκληρη η ζωή προσαρμόζεται γύρω από μια δυσκολία
Με τον χρόνο, δεν προσαρμοζόμαστε μόνο εμείς στις δυσκολίες μας. Συχνά προσαρμόζεται γύρω τους και η ζωή μας.
Η οικογένεια, ο σύντροφος, η εργασία και οι καθημερινές μας συνήθειες μπορεί σταδιακά να οργανωθούν με έναν τρόπο που μειώνει το άμεσο κόστος μιας αδυναμίας ή ενός φόβου. Έτσι, κάτι που κάποτε μας δυσκόλευε πολύ μπορεί να πάψει να φαίνεται επείγον, όχι επειδή λύθηκε, αλλά επειδή μάθαμε να ζούμε γύρω του.
Κάποιος που δυσκολεύεται με την αυτονομία μπορεί να βρίσκεται σε ένα περιβάλλον όπου άλλοι αναλαμβάνουν σχεδόν πάντα όσα τον αγχώνουν. Κάποιος που φοβάται την οικειότητα μπορεί να έχει γεμίσει τόσο πολύ τη ζωή του με εργασία και υποχρεώσεις ώστε να μην υπάρχει πραγματικός χώρος για μια στενή σχέση.
Το σύστημα μπορεί να λειτουργεί αρκετά καλά. Και ακριβώς επειδή λειτουργεί, γίνεται δύσκολο να αναρωτηθούμε τι χάνουμε μέσα σε αυτό.
Το άμεσο κόστος της αλλαγής και το καθυστερημένο – μα δυσβάσταχτο - κόστος της μη αλλαγής
Η αλλαγή έχει ένα σημαντικό μειονέκτημα: το κόστος της φαίνεται αμέσως.
Αν βάλω ένα όριο, μπορεί να υπάρξει σύγκρουση σήμερα. Αν φύγω από μια σχέση, θα νιώσω την απώλεια τώρα. Αν προσπαθήσω να σταθώ περισσότερο μόνος μου, θα συναντήσω άγχος και ανασφάλεια τώρα.
Το κόστος της μη αλλαγής είναι συχνά πολύ πιο αθόρυβο. Δεν εμφανίζεται σε μία στιγμή. Συσσωρεύεται.
Μπορεί να είναι χρόνια περιορισμένης αυτονομίας, σχέσεις που δεν δημιουργήθηκαν, επιθυμίες που αναβλήθηκαν, ευκαιρίες που δεν δοκιμάστηκαν ή μια αίσθηση που εμφανίζεται αργότερα: «Πέρασαν τα χρόνια και δεν έζησα όπως θα ήθελα».
Η μη αλλαγή μπορεί επομένως να είναι φθηνή σήμερα και πολύ ακριβή αργότερα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε δυσφορία απαιτεί αλλαγή. Σημαίνει ότι, όταν αναρωτιόμαστε «τι θα μου κοστίσει αν αλλάξω;», αξίζει να υπάρχει δίπλα και μια δεύτερη ερώτηση: «Τι μου κοστίζει ήδη το να παραμένω εδώ;»
Οι τρόποι με τους οποίους μια ζωή μπορεί να «λειτουργεί»
Ένας άνθρωπος μπορεί να επενδύει εξαιρετικά πολύ στη δουλειά του και να είναι πραγματικά ικανός και δημιουργικός. Η εργασία, όμως, μπορεί παράλληλα να είναι ένα ασφαλές πεδίο: έχει στόχους, κανόνες, αποτελέσματα και έναν βαθμό ελέγχου. Οι σχέσεις απαιτούν κάτι διαφορετικό — ευαλωτότητα, αβεβαιότητα, ανάγκη και αποδοχή ότι ο άλλος δεν μπορεί να ελεγχθεί. Η επαγγελματική επιτυχία μπορεί έτσι, σε ορισμένες περιπτώσεις, να συνυπάρχει με μια ζωή στην οποία αποφεύγεται συστηματικά η οικειότητα.
Ένας άλλος άνθρωπος μπορεί να ζει ως ενήλικος με τους γονείς του και να περνά πραγματικά καλά. Αυτό από μόνο του δεν είναι πρόβλημα. Αν όμως το προστατευτικό περιβάλλον τον απαλλάσσει σταθερά από την ανάγκη να πάρει αποφάσεις, να κάνει λάθη, να αναλάβει ευθύνη και να διαπιστώσει ότι μπορεί να φροντίσει τον εαυτό του, τότε μαζί με την ταλαιπωρία της αυτονομίας μπορεί να αποφεύγει και τις εμπειρίες που τη χτίζουν.
Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει μερικές φορές μέσα στο ζευγάρι. Ο ένας οργανώνει, θυμάται, αποφασίζει, αναλαμβάνει οικονομικά και υποχρεώσεις. Ο άλλος ανακουφίζεται. Με τον χρόνο, όμως, ο πρώτος μπορεί να γίνει «ο ικανός» και ο δεύτερος «αυτός που χρειάζεται κάποιον να τον βάλει σε τάξη». Το σύστημα λειτουργεί — ίσως για χρόνια — αλλά μπορεί να κοστίζει στον δεύτερο αυτοπεποίθηση, αυτονομία και προσωπική φωνή.
Το σημαντικό σε όλα αυτά δεν είναι να αποφασίσουμε ότι ένας συγκεκριμένος τρόπος ζωής είναι σωστός ή λάθος. Το πιο ουσιαστικό ερώτημα είναι:
«Αυτό που ζω το επιλέγω ή έχω οργανώσει τη ζωή μου έτσι ώστε να μη χρειάζεται να δοκιμάσω κάτι που φοβάμαι;»
Όταν το πρόβλημα μάς προστατεύει κιόλας
Μερικές φορές κάτι που μας δυσκολεύει έχει ταυτόχρονα και μια προστατευτική λειτουργία. Αυτή είναι μια από τις πιο δύσκολες αλλά και πιο χρήσιμες ιδέες στην ψυχοθεραπεία.
Η εξάρτηση μπορεί να μειώνει το άγχος της ευθύνης. Η τελειομανία μπορεί να προστατεύει από τη ντροπή της αποτυχίας. Η απόσταση μπορεί να μειώνει τον κίνδυνο απόρριψης. Η υπερβολική εργασία μπορεί να μας κρατά μακριά από τη μοναξιά. Η συνεχής φροντίδα των άλλων μπορεί να μας προστατεύει από την ερώτηση «τι θέλω εγώ;».
Αυτό δεν σημαίνει ότι επιλέγουμε συνειδητά τη δυσκολία μας ή ότι θέλουμε να υποφέρουμε. Σημαίνει ότι πολλοί τρόποι που σήμερα μας περιορίζουν αναπτύχθηκαν κάποτε επειδή κάτι εξυπηρετούσαν.
Γι’ αυτό και η αλλαγή μπορεί να προκαλεί τόσο μεγάλη αντίσταση. Δεν μας ζητά απλώς να αφήσουμε ένα πρόβλημα. Μπορεί να μας ζητά να αποχωριστούμε και την προστασία που το συνόδευε.
«Μια χαρά είμαι»
Αυτή η αμφιθυμία μπορεί να εμφανιστεί ακόμη και όταν κάποιος έχει ήδη φτάσει στο γραφείο ενός θεραπευτή. Το βλέπουμε συχνά όταν η αναζήτηση βοήθειας ξεκινά μέσα σε μια περίοδο κρίσης: μια κρίση πανικού, έναν χωρισμό, μια μεγάλη σύγκρουση, μια απώλεια ή κάποιο άλλο γεγονός που αναστατώνει την ισορροπία της καθημερινότητας.
Μια τέτοια στιγμή μπορεί προσωρινά να ανακινήσει πολύ περισσότερα από το ίδιο το γεγονός. Φόβους, ανάγκες, απώλειες, παλιές συγκρούσεις ή ερωτήματα που υπό άλλες συνθήκες μπορούσαν να παραμένουν – και να περιμένουν - στο παρασκήνιο. Έτσι, στις πρώτες συνεδρίες μπορεί να υπάρχει μεγάλη ανάγκη να μιλήσει κανείς, έντονη συναισθηματική φόρτιση και η αίσθηση ότι κάτι σημαντικό χρειάζεται να κατανοηθεί.
Και ύστερα η κρίση υποχωρεί.
Ο άνθρωπος κοιμάται λίγο καλύτερα, επιστρέφει στη δουλειά, η καθημερινότητα ξαναβρίσκει τον ρυθμό της. Και μαζί με την ανακούφιση μπορεί να επιστρέψει και η προηγούμενη ισορροπία: αυτό που πριν έμοιαζε επείγον αρχίζει τώρα να φαίνεται μικρότερο, μακρινότερο ή σχεδόν ασήμαντο.
«Τελικά δεν ήταν και κάτι τόσο σοβαρό.»
«Οι σχέσεις μου είναι μια χαρά.»
«Αυτό που συνέβη δεν με επηρέασε τόσο.»
«Στη δουλειά τα καταφέρνω.»
«Δεν ξέρω γιατί ήρθα τελικά.»
Αυτή η αντίθεση έχει ενδιαφέρον. Πώς γίνεται κάτι που πριν από λίγες ημέρες ήταν αρκετά σημαντικό ώστε να μας οδηγήσει να ζητήσουμε βοήθεια, λίγο αργότερα να μοιάζει σαν να μην υπήρξε ποτέ;
Δεν σημαίνει ότι κάθε κρίση κρύβει υποχρεωτικά κάποιο βαθύτερο πρόβλημα ούτε ότι όποιος δηλώνει πως είναι καλά «αρνείται την πραγματικότητα». Μερικές φορές πράγματι η κρίση περνά και αυτό αρκεί.
Άλλες φορές, όμως, η υποχώρηση της έντασης μάς επιτρέπει να επιστρέψουμε πολύ γρήγορα στον τρόπο με τον οποίο είχαμε μάθει να κρατάμε ορισμένα πράγματα μακριά από την προσοχή μας. Τότε έχει νόημα να αναρωτηθούμε όχι μόνο «είμαι καλύτερα τώρα;», αλλά και «τι ήταν αυτό που άνοιξε τόσο έντονα εκείνη τη στιγμή και γιατί, μόλις ηρέμησα, χρειάστηκε να το κλείσω ξανά;»
Μπορεί επίσης να έχει ενδιαφέρον η ίδια η ανάγκη να αποδειχθεί ότι όλα είναι καλά. Όχι επειδή αποτελεί απόδειξη ότι κάτι κρύβεται από κάτω, αλλά επειδή μερικές φορές μπορεί να μας προστατεύει από μια πιο ανήσυχη σκέψη: «Κι αν κοιτάξω λίγο πιο προσεκτικά και ανακαλύψω κάτι που δεν ξέρω ακόμη πώς να αντιμετωπίσω;»
Η αντίσταση, με αυτή την έννοια, δεν είναι τεμπελιά ούτε πείσμα. Μπορεί να είναι ένας τρόπος να πούμε «φοβάμαι», «δεν είμαι έτοιμος», «δεν ξέρω ποιος θα είμαι αν αλλάξει αυτό» ή «αυτό που με περιορίζει ταυτόχρονα με προστατεύει».
Αλλαγή δεν σημαίνει απαραίτητα να κάνω κάτι διαφορετικό
Ίσως ένας πιο χρήσιμος τρόπος να σκεφτούμε την αλλαγή είναι όχι ως υποχρέωση να ζήσουμε διαφορετικά, αλλά ως αύξηση της ελευθερίας μας.
Κάποιος μπορεί να συνεχίσει να ζει με τους γονείς του, αλλά να το κάνει επειδή το επιλέγει και όχι επειδή νιώθει ότι δεν θα μπορούσε να φύγει. Μπορεί να εξακολουθεί να εργάζεται πολύ, επειδή αγαπά πραγματικά τη δουλειά του και όχι επειδή εκεί είναι το μοναδικό μέρος όπου αισθάνεται ασφαλής. Μπορεί να βασίζεται στον σύντροφό του, όχι επειδή πιστεύει ότι μόνος του δεν μπορεί να σταθεί, αλλά επειδή επιλέγει μια σχέση αλληλεξάρτησης.
Αλλαγή δεν σημαίνει πάντα να αλλάξουμε συμπεριφορά. Μπορεί να σημαίνει ότι έχουμε περισσότερες επιλογές απέναντι στην ίδια συμπεριφορά.
Πού χωρά η ψυχοθεραπεία;
Η ψυχοθεραπεία δεν χρειάζεται να είναι μια διαδικασία όπου κάποιος έρχεται να μας αποδείξει ότι όσα κάνουμε είναι λάθος, να «ξεσκεπάσει» προβλήματα ή να μας αφαιρέσει βιαστικά τις άμυνες που μας βοήθησαν να σταθούμε μέχρι σήμερα.
Αν μια συμπεριφορά μάς προστατεύει από κάτι, το να προσπαθήσουμε απλώς να την εξαφανίσουμε χωρίς να καταλάβουμε τι εξυπηρετεί μπορεί να μας αφήσει περισσότερο εκτεθειμένους. Η θεραπευτική δουλειά χρειάζεται πρώτα να κατανοήσει γιατί ένας συγκεκριμένος τρόπος έγινε απαραίτητος και τι θα χρειαζόταν ώστε να μην είναι πια τόσο απαραίτητος.
Και αυτή η δουλειά χρειάζεται να γίνεται «τόσο-όσο»: αρκετά ώστε κάτι να μπορεί να κινηθεί, αλλά όχι τόσο ώστε ο άνθρωπος να κατακλύζεται. Η θεραπεία μπορεί να μας φέρει σε επαφή με δύσκολα πράγματα, αλλά δεν πρέπει να βιώνεται ως εισβολή. Δεν χρειάζεται να ανοίξουν όλα από την πρώτη ημέρα ούτε να ανακαλύψουμε με το ζόρι τι «δεν πάει καλά».
Μπορούμε να ξεκινήσουμε ακόμη και με αμφιβολία. Ακόμη και χωρίς μεγάλη κρίση. Ακόμη και με την απλή περιέργεια αν κάποια πράγματα στη ζωή μας θα μπορούσαν να γίνουν λίγο καλύτερα.
Ίσως, τελικά, η ουσία της αλλαγής δεν είναι να γίνουμε κάποιος άλλος. Είναι να καταλάβουμε λίγο καλύτερα γιατί ζούμε όπως ζούμε και να αποκτήσουμε περισσότερη ελευθερία να αποφασίσουμε αν θέλουμε να συνεχίσουμε έτσι.
Γιατί το πραγματικό κόστος δεν βρίσκεται πάντα στην αλλαγή. Μερικές φορές βρίσκεται σε όσα δεν αλλάξαμε ποτέ, μόνο και μόνο επειδή κάποτε μάθαμε να ζούμε γύρω τους.